 |
|
|
|
ΜΠΙΣΤΙ
|
 |
Είναι μια μικρή πευκόφυτη χερσόνησος στην άκρη της πόλης και συγχρόνως είναι υπαίθριος αρχαιολογικός χώρος. Το καλοκαίρι είναι απολαυστικό το κολύμπι στις ακτές του με τα πεντακάθαρα νερά του.
Περισσότερα

Από το Κιάτο, ακολουθώντας το δρόμο προς τα εσωτερικά του νομού, περνά κανείς από το χωριό Σούλι, στρίβει αριστερά με κατεύθυνση προς Νεμέα και συναντά το χωριό Κρυονέρι. Λίγο έξω απ' αυτό υπάρχει διακλάδωση που οδηγεί στο μοναστήρι (4 χιλιόμετρα) μέσα από μια υπέροχη διαδρομή γεμάτη πλατάνια. Ακολουθώντας την χαράδρα στη δεξιά όχθη του χειμάρρου Ελισσώνα, ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος μας φέρνει γρήγορα στο διάσελο, απ' όπου μπροστά μας προβάλλει στο βάθος μέσα στο ελατόδασος το Μοναστήρι.

Μας είναι άγνωστο το πότε ακριβώς ιδρύθηκε το Μοναστήρι της Λέχοβας. Γραπτά μνημεία δεν ήλθαν στο φως, ούτε πολύτιμα χειρόγραφα, ούτε βιβλία γιατί καταστράφηκαν από πυρκαγιές, σεισμούς ή χάθηκαν μέσα στις αντίξοες ιστορικές συνθήκες, που αποδιοργάνωσαν ή ερήμωσαν τον τόπο για μικρά ή μεγάλα διαστήματα. Μοναδική πηγή χρονολόγησης μένει το καθολικόν (ναός) και ειδικότερα το ψηφιδωτό μαρμάρινο δάπεδό του. Ο καθηγητής Αναστ. Ορλάνδος το έτος 1934, που επισκέφθηκε το Μοναστήρι και το μελέτησε, κατέληξε να τοποθετήσει χρονικά την κατασκευή του δαπέδου στον 11ο ή 12ο αιώνα μ.Χ. Την ίδια περίοδο φιλοτεχνήθηκαν τα ψηφιδωτά δάπεδα ή ψηφιδωτές παραστάσεις στους τοίχους στη Νέα Μονή Χίου, στη Μονή Δαφνίου, στη Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας κ.α. Όσον αφορά την ονομασία «Λέχοβα» επικρατεί η άποψη πολλών ειδικών ότι είναι σλαβικής προέλευσης. Πολλά, τέτοια, τοπωνύμια συναντούμε στον Ελλαδικό χώρο (Αράχοβα, Βαρνάκοβα, Λέλοβα, Άκοβο, Μέτσοβο, Λέχοβο κ.α).Στην σλαβική γλώσσα η λέξη "λέχα" σημαίνει λιβάδι, αγρός, πρασιά. Άρα Λέχοβα=λιβαδότοπος.

Το Καθολικό (ναός) της Λέχοβας, όπως το περιγράφει ο καθηγητής Αρχαιολογίας Αν. Ορλάνδος, είναι εκκλησία σταυροειδής εγγεγραμμένου τύπου, με οκταγωνικό ή οκτάπλευρο εξωτερικά τρούλο. Αυτός στηρίζεται σε δύο κίονες (κολόνες), που αποτελούνται από λαξευτούς πέτρινους κυλινδρικούς σπονδύλους και σε δύο πεσσούς(κτιστό τοίχο τετράγωνο), που χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Άγιο Βήμα (Ιερό). Ο κυρίως ναός, στην κάτοψή του, είναι περίπου τετράγωνος (7,20 Χ 7,25 μ.). Ανατολικά, στο Ιερό, σχηματίζεται αψίδα τρίπλευρη εξωτερικά και κυκλική εσωτερικά. Ο χώρος φωτίζεται από τα 4 μικρά παράθυρα του τρούλου και από τρία μικρά του Ιερού Βήματος. Ο νάρθηκας ή πρόναος (7,20 Χ 2,26 μ.) έχει δύο εισόδους. Μια στη δυτική πλευρά (κεντρική είσοδος) και μία στη νότια, ένα χαμηλό παραπόρτι, που οδηγούσε στην παλιά αυλή του Μοναστηριού. Ο νάρθηκας στεγάζεται με ξύλινη οροφή και ταβάνι. Επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με εσώθυρα, της οποίας το πλαίσιο αποτελείται από δυο μαρμάρινες στήλες δύο περίπου μέτρων, με διπλό επιστήλιο και ανάγλυφες παραστάσεις φύλλων πλατάνου ή αγκαθιού. Σε επαφή με το νότιο τοίχο του κυρίως ναού υπάρχει παρεκκλήσιο πλάτους 3,20 μ. Το παρεκκλήσιο έχει στην ανατολική του πλευρά την κόγχη του Ιερού και μια κοιλότητα στον τοίχο (Προσκομιδή). Ο χώρος φωτίζεται από ένα πολύ μικρό παράθυρο στην κόγχη του Ιερού και ένα μεγαλύτερο στο μέσον της νότιας πλευράς του παρεκκλησίου. Η στέγαση είναι ξύλινη μονόριχτη και ακολουθεί την προς νότον στέγαση του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από πέτρα περιοχής και αγκωνάρια από συμπαγή αμμόλιθο, κτισμένοι με άργιλο(χώμα). Αυτός ο ναός είναι νεώτερος επί θεμελίων αρχαιοτέρου. Μια επιγραφή που βρέθηκε χαραγμένη πάνω σε πωρόλιθο, την πλάκα της Αγίας Τράπεζας, πληροφορεί: «.1716 Ιουνίου ια(ii) επελεκύθι». Τότε, έγινε μια ανακαίνιση στο τέλος της Ενετοκρατίας (1715) και στις αρχές της Β' Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Έγιναν τα εγκαίνια του τελευταίου ναού που μετά από πολλές δοκιμασίες έφθασε ως τις μέρες μας. Το Καθολικό της Λέχοβας έχει πρόσφατα κηρυχθεί αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ολόκληρη τη δεκαετία του 1990-2000 έγιναν εργασίες συντήρησης- στερέωσης - αποκατάστασης - ανάδειξης του μνημείου με την άδεια και επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Σπάνιο κόσμημα του ναού, σημαντικό τόσο από καλλιτεχνικής πλευράς όσο και ως στοιχείο καθοριστικό για τη χρονολόγηση του καθολικού, είναι το μαρμάρινο ψηφιδωτό δάπεδο. Ο Α. Ορλάνδος εκτιμώντας τη σημασία του γράφει το 1935: «Αλλ' εκείνο όπερ καθιστά πολύτιμον το καθολικόν της μονής της Λέχοβας είναι το δάπεδον αυτού, όπερ καλύπτεται ολόκληρον δι' ωραίου μαρμαροθετήματος διατηρουμένου εν καλεί σχετικώς καταστάσει.». Μικρά πολύχρωμα κομματάκια μαρμάρου-ψηφίδες έχουν συνδυαστεί με καλαισθησία από το βυζαντινό τεχνίτη του ψηφιδωτού και σχηματίζουν παραστάσεις που διακοσμούν περίτεχνα τον νάρθηκα, τον ναό και το παρεκκλήσιο. Ας δούμε όμως αναλυτικά το θαυμάσιο αυτό μαρμαροθέτημα. Στον νάρθηκα (πρόναο) εξαιρετική εντύπωση προκαλεί η παράσταση με τα τρία ορθογώνια σχήματα τοποθετημένα στη σειρά, από τα οποία το μεσαίο φέρει στο κέντρο ωραίο πράσινο δίσκο διαμέτρου 18 εκ. Ο δίσκος περιβάλλεται από κυκλικό φολιδωτό πλαίσιο και άλλους ομόκεντρους κύκλους στους οποίους κυριαρχεί η διακόσμηση με εναλλασσόμενες μαύρες και άσπρες τριγωνικές ψηφίδες. Ο εξωτερικός κύκλος είναι λευκός, αποτελούμενος από μεγαλύτερα κομμάτια μαρμάρου και προβάλλεται εντονότερα καθώς πλαισιώνεται από μικρές ψηφίδες διαφόρων αποχρώσεων που βρίσκονται γύρω από τον κύκλο σε σχήμα σταυρού. Έτσι σχηματίζεται με αυτές κανονικό εγγεγραμμένο τετράγωνο. Τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν λιτή διακόσμηση. Περιβάλλονται από πλαίσιο κοσμούμενο με ασπρόμαυρες ψηφίδες αλλά απουσιάζει κάποιο σχέδιο στο μέσον. Αναδεικνύεται έτσι εντονότερα το κεντρικό ορθογώνιο με την πλουσιότερη διακόσμηση των ομόκεντρων κύκλων.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν άλλη κατεύθυνση, αντίθετη προς το μεσαίο, για λόγους αρμονίας. Θαυμάζει κανείς στο μαρμαροθέτημα του νάρθηκα την αίσθηση των αναλογιών, του μέτρου και της λιτότητας στη γεωμετρική αυτή παράσταση που προκαλεί μια πρώτη συγκίνηση στον προσκυνητή καθώς βλέπει σ' αυτήν αποτυπωμένη την αγάπη και την ευαισθησία, θρησκευτική και καλλιτεχνική, του άγνωστου μεσαιωνικού καλλιτέχνη. Προχωρώντας από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό, ακριβώς εμπρός στην είσοδό του, η χαριτωμένη εικόνα ενός πουλιού με ψηλό λαιμό, μακριά και λεπτά πόδια και μικρό ράμφος έλκει την προσοχή και το ενδιαφέρον. Το πτηνό αυτό, που έχει σχηματιστεί με λεπτότατες ψηφίδες, προβάλλει μέσα σε ένα φόντο βαθυκόκκινο, σχήματος ημικυκλικού που αποτελείται από μαρμάρινες πλάκες. Το κόκκινο βάθος περιβάλλεται από πλαίσιο με ρομβοειδές κόσμημα.

Στην βιβλιοθήκη της Μονής σώζονται ελάχιστα χειρόγραφα ή έγγραφα. Η φθορά του χρόνου, οι ιστορικές περιπέτειες της Μονής και μια πρόσφατη πυρκαγιά(1927) στέρησε από μας μια καλύτερη εικόνα του πνευματικού πλούτου της. Ούτε πατριαρχικά σιγίλια βρέθηκαν που να δίνουν κάποιες πληροφορίες για τον ιδρυτή ή τα προνόμια και τα δικαιώματα του Μοναστηριού. Σε παλαιότερη καταγραφή, υπήρχαν Τουρκικά έγγραφα (κιτάπια) στη Λέχοβα που αφορούσαν στην περιουσία και τα δικαιώματα της Μονής. Χάθηκαν ή κάηκαν. Δύο μόνο χειρόγραφα σώζονται: Ένα μικρό Αγιασματάριο, που περιέχει τον μικρό Αγιασμό και το άλλο είναι Κανονάριο, δηλαδή περιέχει ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα. Από τα τυπωμένα βιβλία διακρίνουμε το Ειρμολόγιον του 1790 και Αγιογραφικά κείμενα (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), καθώς και Ευαγγελιστάρια της ίδιας περίπου εποχής. Αξιοσημείωτα λειτουργικά βιβλία είναι τα Μηναία του 1820 (έκδοση στη Βενετία). Μια σειρά άλλων βιβλίων που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη είναι νεώτερα, αξιόλογα όμως για να δίνουν την εικόνα της φιλομάθειας των μοναχών που κατά καιρούς εγκαταβίωσαν εδώ. Τα σωζόμενα έγγραφα στο Αρχείο της Μονής και τα διάφορα έντυπα του 19ου και 20ου αιώνα μας δίνουν χαρακτηριστικές πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση των μοναχών της, μοναδικά σε ιστορική σημασία και πραγματική αξία.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν 105 έγγραφα που αφορούν τη Μονή Λέχοβας και αναφέρονται σε διάφορες υποθέσεις της, μεταξύ των ετών 1835-1852. Σώζεται, επίσης, κάποια νεώτερη αλληλογραφία της Μονής με την Ι.Μητρόπολη Κορίνθου και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Εντός της Μονής υπάρχουν λίγα παλαιοχριστιανικά λείψανα με γλυπτό διάκοσμο προερχόμενα από τον αρχικό ναό. Δύο αργυρές λειψανοθήκες φιλοξενούν άγια λείψανα, ένα αργυρούν Ευαγγέλιον και ένα αργυρούν θυμιατόν είναι όλα και όλα τα παλαιότερα ιερά κειμήλια της Μονής. Η ιερά και θαυματουργός εικόνα της Παναγίας του Πάθους, του τέλους του 17ου αιώνα ή αρχές του 18ου και ελάχιστες νεώτερες ιερές εικόνες έφθασαν ως τις μέρες μας να φυλάσσονται στη Μονή και να αγιάζουν τους προσκυνούντας αυτάς «ψυχή τε καί καρδία».

Η αγία και θαυματουργός εικόνα της Μονής έχει τη παρακάτω ιστορία: Μέχρι το καλοκαίρι του 1993 υπήρχε η εικόνα με πολλές φθορές από το χρόνο και την υγρασία. Αποφασίστηκε να συντηρηθεί από ειδικό τεχνίτη - συντηρητή. Έτσι, κατά τη διάρκεια της συντήρησης, αποκαλύφθηκε το πρωτότυπο δηλαδή η πρώτη - πρώτη εικόνα που είχε αγιογραφηθεί πάνω στο ξύλο. Είχαν περάσει κατά καιρούς κι άλλα χέρια και είχαν διορθώσει ή είχαν αλλού καλύψει το παλιό εικόνισμα. Αυτό λέγεται επιζωγράφιση και την συναντάμε σε παλιές εικόνες. Η εικόνα χρονολογείται στο τέλος 17ου ή αρχές 18ου αιώνα, δηλαδή 300 περίπου χρόνων. Είναι έργο του Ζακυνθινού αγιογράφου Θεοδώρου αναγνώστη, Παπαντώνη λεγόμενου του Γεωργανά.
|
ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ
|
| |
Η Μητρόπολη της πόλης, ιστορική εκκλησία βυζαντινού ρυθμού του 16ου αιώνα, είναι κτισμένη ακριβώς στη θέση του αρχαίου ναού της Χθονίας Δήμητρας, όπως αποδεικνύουν οι μεγάλοι λίθοι στα θεμέλια και το προς Βορρά Αρχαίο Τείχος.
Περισσότερα

Από το Κιάτο, ακολουθώντας το δρόμο προς τα εσωτερικά του νομού, περνά κανείς από την Σικυώνα. Το Αρχαίο Θέατρο βρίσκεται λίγο πιό κατω στο ύψωμα του Βασιλικού (Περίπου 4 χιλιόμετρα ΝΑ του Κιάτου), που είναι χωριό μετά την Σικυώνα ).

Είναι το κυρίως θέατρο, δηλαδή το μέρος εκείνο από το οποίο οι θεατές θεώνται το έργο που παίζεται στη σκηνή και τη δράση του χορού στην ορχήστρα. Οι σειρές των καθισμάτων ήσαν έτσι τοποθετημένες στο «κοίλον», ώστε να αποτελούνε «συνεχή ημικύκλια και ομόκεντρα υπερκείμενα αλλήλων. Κλίμακες ως ακτίνες διατεθειμέναι και εκ του κέντρου εις το ύψος φερόμεναι και διατέμνουσαι τα συγκεντρικάς σειράς των ειδωλίων, εχώριζον ταύτας εις σφηνοειδή τμήματα άτινα εκαλούντο «κερκίδες». Το θέατρο της Σικυώνας χωρίζονταν σε 15 σφήνες (κερκίδες), με 16 κλιμακωτούς διαδρόμους από την ορχήστρα προς την κορυφή. Οι αρχαίοι Έλληνες αρχιτέκτονες, κατά γενικό κανόνα, κατασκεύαζαν τα θέατρα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το «Κοίλον» να έχει θέα προς το βορρά. Το «Κοίλον» του θεάτρου της Σικυώνας έβλεπε προς την πεδιάδα της Κορινθίας, τον Κορινθιακό κόλπο και τα απέναντι βουνά της Ρούμελης, παρέχοντας στους θεατές μια υπέροχη θέα κατά τα διαλείμματα της παράστασης. Το «κοίλον» του Θεάτρου της Σικυώνας, έχει πλάτος που ξεπερνάει τα 122 μ. Τα περισσότερα από τα καθίσματα του θεάτρου ήσαν λαξευμένα στο βράχο στη δυτική πλευρά του «κοίλου», μερικά δε, έχουν αποκαλυφθεί. Στην πρώτη σειρά ήσαν τα εδώλια των επισήμων (ιερέων, αρχόντων, στρατηγών κ.λπ.). Αυτά τα εδώλια ήσαν κατασκευασμένα από πωρόλιθο και μερικά απ' αυτά ήσαν διακοσμημένα. Η σειρά αυτή των εδωλίων λέγονταν προεδρία. Πέρα από τις θέσεις της «προεδρίας» υπήρχαν και άλλες θέσεις για ορισμένες τάξεις πολιτών. Ιδιαίτερες θέσεις για τις γυναίκες, υπήρχαν προς το άνω διάζωμα. Υπάρχει μεγάλη διχογνωμία πάνω στο θέμα αν επιτρέπονταν να παρακολουθούν οι γυναίκες τις παραστάσεις. Τα εδώλια (καθίσματα), χωρίζονταν σε τρεις ζώνες, διαζώματα, για την ευκολία της κυκλοφορίας των θεατών. Κάθε διάζωμα στο Θέατρο της Σικυώνας είχε είκοσι σειρές καθισμάτων. Οι θεατές έμπαιναν στα θέατρα από τις παρόδους (διαδρόμους), δεξιά κι αριστερά. Στο μεσαίο κι επάνω διάζωμα στο Θέατρο της Σικυώνας, έμπαιναν από δύο θολωτές εισόδους (καμάρες), δεξιά κι αριστερά, που είχαν πλάτος. Από τις κάτω παρόδους έμπαινες ο χορός στην ορχήστρα. Στις ανασκαφές που έγιναν, αποκαλύφθηκαν έξι σειρές καθισμάτων στο κέντρο του πρώτου διαζώματος. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον εάν η προσοχή των αρμοδίων στρέφονταν προς τη συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας στο θέατρο και στο παρακείμενο στάδιο της αρχαίας Σικυώνας.

Είναι το δεύτερο μέρος του θεάτρου. Ο χώρος του θεάτρου όπου έψαλλαν και χόρευαν (ωρχούντο) οι χορευτές. Η ορχήστρα του θεάτρου της Σικυώνας, αποτελεί ένα ημικύκλιο, λίγο μεγαλύτερο από τη μισή περιφέρεια ενός όχι τέλειου κύκλου. Η διάμετρός της είναι 24,04 μ. Ένα θαυμάσιο από τεχνική άποψη, αποχετευτικό σύστημα, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της (διακρίνεται καθαρά και σήμερα). Ολόγυρα στην ημικυκλική περιφέρεια της ορχήστρας και μπροστά από τα εδώλια των επισήμων (προεδρία), περνάει μια τάφρος σκεπασμένη με πλάκες (γεφυρωμένη), πλάτους 1,25 μ. και βάθους 1 μ. Τούτη η ημικυκλική τάφρος, τερματίζει στα δύο άκρα της, σε μια άλλη τάφρο παράλληλη με τον τοίχο του προσκηνίου. Τούτη η τελευταία τάφρος, χύνει τα νερά της σε μια άλλη τάφρο που διασχίζει το κέντρο της ορχήστρας, με κατεύθυνση κάθετη προς το προσκήνιο και καταλήγει σε μια από τις πλάγιες υπονόμους. Στο κέντρο της ορχήστρας υπάρχει μια τετράγωνη λεκάνη. Από κει, ξεκινούσε υπόγειος διάδρομος που περνούσε κάτω από τη σκηνή και κατέληγε πίσω απ' αυτήν, σε ένα κλιμακοστάσιο, που σώζονται ακόμα μερικά από τα σκαλοπάτια του. Ο υπόγειος διάδρομος χρησίμευε για να κινούνται αθέατοι οι ηθοποιοί. Στα περισσότερα από τα αρχαία ελληνικά θέατρα, η ορχήστρα ήταν «επίπεδος κυκλοτερής χώρος», δηλαδή ολόκληρος κύκλος του οποίου η διάμετρος εποίκιλε ανάλογα με το μέγεθος του θεάτρου. Η ορχήστρα λ.χ. του Θεάτρου της Επιδαύρου είναι κυκλική και η διάμετρός της είναι 24,32 μ. Η ορχήστρα του Διονυσιακού Θεάτρου (Αθήνας), είναι επίσης κυκλική και έχει διάμετρο 22,50 μ., είναι δε πλακόστρωτη. Η ορχήστρα του Θεάτρου της Σικυώνας, ήταν, όπως είδαμε, ημικυκλική και το δάπεδό της ήταν στρωμένο με πατημένο χώμα. Στην ορχήστρα οδηγούσαν οι δυο πλάγιες «πάροδοι» (διάδρομοι), από δεξιά κι αριστερά. Και οι δυο πάροδοι κλείνονταν με πόρτες πλαισιούμενες με τρεις κορινθιακές παραστάδες. Στο κέντρο της ορχήστρας στήνονταν βωμός του Διόνυσου. Ο βωμός αυτός είχε τη γενική ονομασία: «Θυμέλη παρά τω θύειν» (Σουΐδα «Λεξικόν» στη λέξη σκηνή). Παλιότερα λέγονταν «έλεος» (τραπέζι που σφάζονταν τα ζώα που προορίζονταν για θυσία).

Το τρίτο μέρος του θεάτρου, όπου έπαιζαν οι υποκριτές (ηθοποιοί), ήταν η Σκηνή. «Το επί της σκηνής και των υποκριτών των μέρος» (Αριστ. «Ποιητικά» XXIV). Ο τόπος δηλαδή όπου εκτυλίσσονταν η δράση. Πρώτη μορφή της σκηνής υπήρξε ο «ελεός», με το υπόστεγο που βρίσκονταν πίσω απ' αυτόν και χρησίμευε για να αλλάζει ρούχα και προσωπείο ο ηθοποιός (υποκριτής). Όταν στα παιζόμενα ποιητικά έργα εμφανίζονταν ένας υποκριτής, ο «ελεός» επαρκούσε, όταν όμως υστερότερα προστέθηκε στα έργα και δεύτερος (πιθανώς από τον Αισχύλο), δημιουργήθηκε η ανάγκη διεύρυνσης του «ελεού», που μαζί με το υπόστεγο αποτελούσαν τη σκηνή. Η σκηνή σ' όλα τα αρχαία ελληνικά θέατρα, είχε σχήμα ορθογώνιου, που το μήκος του εποίκιλε ανάλογα με την έκταση του όλου θεάτρου, το δε βάθος του (πλάτος) εποίκιλε από δύο έως τρία μέτρα. Η σκηνή αποτελούνταν από δύο ή τρεις ορόφους (η σκηνή του θεάτρου της Σικυώνας είχε δύο ορόφους), πλάγια δε και πίσω απ' αυτήν υπήρχαν διαμερίσματα, που άλλα απ' αυτά χρησίμευαν για ν' αλλάζουν οι υποκριτές (καμαρίνια) και άλλα για αποθήκες. Στο βάθος η σκηνή κλείνονταν με τοίχο που λέγονταν προσκήνιο ή μετασκήνιο. Μπροστά από τη σκηνή βρίσκονταν το κυρίως προσκήνιο ή λογείον. Σ' αυτό μιλούσαν οι υποκριτές. Το λογείον λέγονταν και οκρίβας και βήμα. Το προσκήνιο σε άλλα θέατρα ήταν ξύλινα και σε άλλα πέτρινο, από πέτρινες βάσεις που βρέθηκαν στο προσκήνιο του θεάτρου της Σικυώνας και που σ' όλο το μήκος τους διακρίνονταν τρύπες, οι ερευνητές υποστηρίζουν πως το προσκήνιο του Θεάτρου της Σικυώνας ήταν ξύλινο και στις τρύπες που φαίνονται στις πέτρινες βάσεις, στηρίζονταν οι δοκοί που βάσταζαν το προσκήνιο. Το εσωτερικό του προσκηνίου επικοινωνούσε με την ορχήστρα με μια πόρτα, το δε δάπεδό του επικοινωνούσε με την ορχήστρα με μια σκάλα. Το δάπεδο του προσκηνίου σε όλα τα θέατρα ήταν σανιδόστρωτο. Δυο είσοδοι (πάροδοι), δεξιά κι αριστερά, οδηγούσαν στη σκηνή. Αυτές οι είσοδοι ήταν σκεπαστές (καμάρες). Το ύψος της σκηνής του θεάτρου της Σικυώνας έφτανε στα 3 μ. και 25 εκ. και το βάθος της είχε ύψος 10-12 πόδια. Πότε ακριβώς κατασκευάστηκε το κτιριακό συγκρότημα της σκηνής του Θεάτρου της Σικυώνας, δεν είναι γνωστό. Μερικοί από τους αρχαιολόγους τοποθετούν τη χρονολογία μεταξύ του 251 και 168 π.Χ. και άλλοι προ της μεταφοράς της πόλης στην καινούρια της θέση από το Δημήτριο Πολιορκητή (303 π.Χ.). Στη σκηνή του Θεάτρου της Σικυώνας υπήρχε άγαλμα του Άρατου, που τοποθετήθηκε εκεί στα χρόνια της στρατηγίας του, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης των Σικυώνιων για τις υπηρεσίες που αυτός είχε προσφέρει στην πόλη: «του θεάτρου δε υπό την ακρόπολιν ωκοδομημένου τον εν τη σκηνή πεποιημένον άνδρα ασπίδα έχοντα. Άρατον φασίν είναι τον Κλεινίου». Το θέατρο της Σικυώνας αποκαλύφτηκε κατά τις ανασκαφές της Αμερικάνικης Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών το 1887, θεωρείται δε, σαν το πιο αξιοσημείωτο από τα αρχιτεκτονικά μνημεία της Σικυώνας
|
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
|
| |
Δίπλα στο ναό υπάρχει αναπαλαιωμένο ένα χαρακτηριστικό ερμιονίτικο σπίτι
(οικία Οικονόμου), στο οποίο το 1827 άρχισε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση και στεγάζει σήμερα το ιστορικό και λαογραφικό μουσείο της πόλης μας.
Περισσότερα

Από το Κιάτο, ακολουθώντας το δρόμο προς τα εσωτερικά του νομού, περνά κανείς από το χωριό Σούλι, στρίβει αριστερά με κατεύθυνση προς Νεμέα και συναντά το χωριό Κρυονέρι. Λίγο έξω απ' αυτό υπάρχει διακλάδωση που οδηγεί στο μοναστήρι (4 χιλιόμετρα) μέσα από μια υπέροχη διαδρομή γεμάτη πλατάνια. Ακολουθώντας την χαράδρα στη δεξιά όχθη του χειμάρρου Ελισσώνα, ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος μας φέρνει γρήγορα στο διάσελο, απ' όπου μπροστά μας προβάλλει στο βάθος μέσα στο ελατόδασος το Μοναστήρι.

Μας είναι άγνωστο το πότε ακριβώς ιδρύθηκε το Μοναστήρι της Λέχοβας. Γραπτά μνημεία δεν ήλθαν στο φως, ούτε πολύτιμα χειρόγραφα, ούτε βιβλία γιατί καταστράφηκαν από πυρκαγιές, σεισμούς ή χάθηκαν μέσα στις αντίξοες ιστορικές συνθήκες, που αποδιοργάνωσαν ή ερήμωσαν τον τόπο για μικρά ή μεγάλα διαστήματα. Μοναδική πηγή χρονολόγησης μένει το καθολικόν (ναός) και ειδικότερα το ψηφιδωτό μαρμάρινο δάπεδό του. Ο καθηγητής Αναστ. Ορλάνδος το έτος 1934, που επισκέφθηκε το Μοναστήρι και το μελέτησε, κατέληξε να τοποθετήσει χρονικά την κατασκευή του δαπέδου στον 11ο ή 12ο αιώνα μ.Χ. Την ίδια περίοδο φιλοτεχνήθηκαν τα ψηφιδωτά δάπεδα ή ψηφιδωτές παραστάσεις στους τοίχους στη Νέα Μονή Χίου, στη Μονή Δαφνίου, στη Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας κ.α. Όσον αφορά την ονομασία «Λέχοβα» επικρατεί η άποψη πολλών ειδικών ότι είναι σλαβικής προέλευσης. Πολλά, τέτοια, τοπωνύμια συναντούμε στον Ελλαδικό χώρο (Αράχοβα, Βαρνάκοβα, Λέλοβα, Άκοβο, Μέτσοβο, Λέχοβο κ.α).Στην σλαβική γλώσσα η λέξη "λέχα" σημαίνει λιβάδι, αγρός, πρασιά. Άρα Λέχοβα=λιβαδότοπος.

Το Καθολικό (ναός) της Λέχοβας, όπως το περιγράφει ο καθηγητής Αρχαιολογίας Αν. Ορλάνδος, είναι εκκλησία σταυροειδής εγγεγραμμένου τύπου, με οκταγωνικό ή οκτάπλευρο εξωτερικά τρούλο. Αυτός στηρίζεται σε δύο κίονες (κολόνες), που αποτελούνται από λαξευτούς πέτρινους κυλινδρικούς σπονδύλους και σε δύο πεσσούς(κτιστό τοίχο τετράγωνο), που χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Άγιο Βήμα (Ιερό). Ο κυρίως ναός, στην κάτοψή του, είναι περίπου τετράγωνος (7,20 Χ 7,25 μ.). Ανατολικά, στο Ιερό, σχηματίζεται αψίδα τρίπλευρη εξωτερικά και κυκλική εσωτερικά. Ο χώρος φωτίζεται από τα 4 μικρά παράθυρα του τρούλου και από τρία μικρά του Ιερού Βήματος. Ο νάρθηκας ή πρόναος (7,20 Χ 2,26 μ.) έχει δύο εισόδους. Μια στη δυτική πλευρά (κεντρική είσοδος) και μία στη νότια, ένα χαμηλό παραπόρτι, που οδηγούσε στην παλιά αυλή του Μοναστηριού. Ο νάρθηκας στεγάζεται με ξύλινη οροφή και ταβάνι. Επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με εσώθυρα, της οποίας το πλαίσιο αποτελείται από δυο μαρμάρινες στήλες δύο περίπου μέτρων, με διπλό επιστήλιο και ανάγλυφες παραστάσεις φύλλων πλατάνου ή αγκαθιού. Σε επαφή με το νότιο τοίχο του κυρίως ναού υπάρχει παρεκκλήσιο πλάτους 3,20 μ. Το παρεκκλήσιο έχει στην ανατολική του πλευρά την κόγχη του Ιερού και μια κοιλότητα στον τοίχο (Προσκομιδή). Ο χώρος φωτίζεται από ένα πολύ μικρό παράθυρο στην κόγχη του Ιερού και ένα μεγαλύτερο στο μέσον της νότιας πλευράς του παρεκκλησίου. Η στέγαση είναι ξύλινη μονόριχτη και ακολουθεί την προς νότον στέγαση του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από πέτρα περιοχής και αγκωνάρια από συμπαγή αμμόλιθο, κτισμένοι με άργιλο(χώμα). Αυτός ο ναός είναι νεώτερος επί θεμελίων αρχαιοτέρου. Μια επιγραφή που βρέθηκε χαραγμένη πάνω σε πωρόλιθο, την πλάκα της Αγίας Τράπεζας, πληροφορεί: «.1716 Ιουνίου ια(ii) επελεκύθι». Τότε, έγινε μια ανακαίνιση στο τέλος της Ενετοκρατίας (1715) και στις αρχές της Β' Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Έγιναν τα εγκαίνια του τελευταίου ναού που μετά από πολλές δοκιμασίες έφθασε ως τις μέρες μας. Το Καθολικό της Λέχοβας έχει πρόσφατα κηρυχθεί αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ολόκληρη τη δεκαετία του 1990-2000 έγιναν εργασίες συντήρησης- στερέωσης - αποκατάστασης - ανάδειξης του μνημείου με την άδεια και επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Σπάνιο κόσμημα του ναού, σημαντικό τόσο από καλλιτεχνικής πλευράς όσο και ως στοιχείο καθοριστικό για τη χρονολόγηση του καθολικού, είναι το μαρμάρινο ψηφιδωτό δάπεδο. Ο Α. Ορλάνδος εκτιμώντας τη σημασία του γράφει το 1935: «Αλλ' εκείνο όπερ καθιστά πολύτιμον το καθολικόν της μονής της Λέχοβας είναι το δάπεδον αυτού, όπερ καλύπτεται ολόκληρον δι' ωραίου μαρμαροθετήματος διατηρουμένου εν καλεί σχετικώς καταστάσει.». Μικρά πολύχρωμα κομματάκια μαρμάρου-ψηφίδες έχουν συνδυαστεί με καλαισθησία από το βυζαντινό τεχνίτη του ψηφιδωτού και σχηματίζουν παραστάσεις που διακοσμούν περίτεχνα τον νάρθηκα, τον ναό και το παρεκκλήσιο. Ας δούμε όμως αναλυτικά το θαυμάσιο αυτό μαρμαροθέτημα. Στον νάρθηκα (πρόναο) εξαιρετική εντύπωση προκαλεί η παράσταση με τα τρία ορθογώνια σχήματα τοποθετημένα στη σειρά, από τα οποία το μεσαίο φέρει στο κέντρο ωραίο πράσινο δίσκο διαμέτρου 18 εκ. Ο δίσκος περιβάλλεται από κυκλικό φολιδωτό πλαίσιο και άλλους ομόκεντρους κύκλους στους οποίους κυριαρχεί η διακόσμηση με εναλλασσόμενες μαύρες και άσπρες τριγωνικές ψηφίδες. Ο εξωτερικός κύκλος είναι λευκός, αποτελούμενος από μεγαλύτερα κομμάτια μαρμάρου και προβάλλεται εντονότερα καθώς πλαισιώνεται από μικρές ψηφίδες διαφόρων αποχρώσεων που βρίσκονται γύρω από τον κύκλο σε σχήμα σταυρού. Έτσι σχηματίζεται με αυτές κανονικό εγγεγραμμένο τετράγωνο. Τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν λιτή διακόσμηση. Περιβάλλονται από πλαίσιο κοσμούμενο με ασπρόμαυρες ψηφίδες αλλά απουσιάζει κάποιο σχέδιο στο μέσον. Αναδεικνύεται έτσι εντονότερα το κεντρικό ορθογώνιο με την πλουσιότερη διακόσμηση των ομόκεντρων κύκλων.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν άλλη κατεύθυνση, αντίθετη προς το μεσαίο, για λόγους αρμονίας. Θαυμάζει κανείς στο μαρμαροθέτημα του νάρθηκα την αίσθηση των αναλογιών, του μέτρου και της λιτότητας στη γεωμετρική αυτή παράσταση που προκαλεί μια πρώτη συγκίνηση στον προσκυνητή καθώς βλέπει σ' αυτήν αποτυπωμένη την αγάπη και την ευαισθησία, θρησκευτική και καλλιτεχνική, του άγνωστου μεσαιωνικού καλλιτέχνη. Προχωρώντας από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό, ακριβώς εμπρός στην είσοδό του, η χαριτωμένη εικόνα ενός πουλιού με ψηλό λαιμό, μακριά και λεπτά πόδια και μικρό ράμφος έλκει την προσοχή και το ενδιαφέρον. Το πτηνό αυτό, που έχει σχηματιστεί με λεπτότατες ψηφίδες, προβάλλει μέσα σε ένα φόντο βαθυκόκκινο, σχήματος ημικυκλικού που αποτελείται από μαρμάρινες πλάκες. Το κόκκινο βάθος περιβάλλεται από πλαίσιο με ρομβοειδές κόσμημα.

Στην βιβλιοθήκη της Μονής σώζονται ελάχιστα χειρόγραφα ή έγγραφα. Η φθορά του χρόνου, οι ιστορικές περιπέτειες της Μονής και μια πρόσφατη πυρκαγιά(1927) στέρησε από μας μια καλύτερη εικόνα του πνευματικού πλούτου της. Ούτε πατριαρχικά σιγίλια βρέθηκαν που να δίνουν κάποιες πληροφορίες για τον ιδρυτή ή τα προνόμια και τα δικαιώματα του Μοναστηριού. Σε παλαιότερη καταγραφή, υπήρχαν Τουρκικά έγγραφα (κιτάπια) στη Λέχοβα που αφορούσαν στην περιουσία και τα δικαιώματα της Μονής. Χάθηκαν ή κάηκαν. Δύο μόνο χειρόγραφα σώζονται: Ένα μικρό Αγιασματάριο, που περιέχει τον μικρό Αγιασμό και το άλλο είναι Κανονάριο, δηλαδή περιέχει ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα. Από τα τυπωμένα βιβλία διακρίνουμε το Ειρμολόγιον του 1790 και Αγιογραφικά κείμενα (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), καθώς και Ευαγγελιστάρια της ίδιας περίπου εποχής. Αξιοσημείωτα λειτουργικά βιβλία είναι τα Μηναία του 1820 (έκδοση στη Βενετία). Μια σειρά άλλων βιβλίων που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη είναι νεώτερα, αξιόλογα όμως για να δίνουν την εικόνα της φιλομάθειας των μοναχών που κατά καιρούς εγκαταβίωσαν εδώ. Τα σωζόμενα έγγραφα στο Αρχείο της Μονής και τα διάφορα έντυπα του 19ου και 20ου αιώνα μας δίνουν χαρακτηριστικές πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση των μοναχών της, μοναδικά σε ιστορική σημασία και πραγματική αξία.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν 105 έγγραφα που αφορούν τη Μονή Λέχοβας και αναφέρονται σε διάφορες υποθέσεις της, μεταξύ των ετών 1835-1852. Σώζεται, επίσης, κάποια νεώτερη αλληλογραφία της Μονής με την Ι.Μητρόπολη Κορίνθου και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Εντός της Μονής υπάρχουν λίγα παλαιοχριστιανικά λείψανα με γλυπτό διάκοσμο προερχόμενα από τον αρχικό ναό. Δύο αργυρές λειψανοθήκες φιλοξενούν άγια λείψανα, ένα αργυρούν Ευαγγέλιον και ένα αργυρούν θυμιατόν είναι όλα και όλα τα παλαιότερα ιερά κειμήλια της Μονής. Η ιερά και θαυματουργός εικόνα της Παναγίας του Πάθους, του τέλους του 17ου αιώνα ή αρχές του 18ου και ελάχιστες νεώτερες ιερές εικόνες έφθασαν ως τις μέρες μας να φυλάσσονται στη Μονή και να αγιάζουν τους προσκυνούντας αυτάς «ψυχή τε καί καρδία».

Η αγία και θαυματουργός εικόνα της Μονής έχει τη παρακάτω ιστορία: Μέχρι το καλοκαίρι του 1993 υπήρχε η εικόνα με πολλές φθορές από το χρόνο και την υγρασία. Αποφασίστηκε να συντηρηθεί από ειδικό τεχνίτη - συντηρητή. Έτσι, κατά τη διάρκεια της συντήρησης, αποκαλύφθηκε το πρωτότυπο δηλαδή η πρώτη - πρώτη εικόνα που είχε αγιογραφηθεί πάνω στο ξύλο. Είχαν περάσει κατά καιρούς κι άλλα χέρια και είχαν διορθώσει ή είχαν αλλού καλύψει το παλιό εικόνισμα. Αυτό λέγεται επιζωγράφιση και την συναντάμε σε παλιές εικόνες. Η εικόνα χρονολογείται στο τέλος 17ου ή αρχές 18ου αιώνα, δηλαδή 300 περίπου χρόνων. Είναι έργο του Ζακυνθινού αγιογράφου Θεοδώρου αναγνώστη, Παπαντώνη λεγόμενου του Γεωργανά.
|
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ
|
 |
(2 χλμ. έξω από την πόλη). Αξιόλογο δείγμα Βυζαντινής μοναστηριακής αρχιτεκτονικής και φημισμένη για τις πηγές με τα ιαματικά νερά, είναι κτισμένη πάνω στα ερείπια του ναού του Ασκληπιού μεταξύ 9ου και 11ου αιώνα.
Περισσότερα

Από το Κιάτο, ακολουθώντας το δρόμο προς τα εσωτερικά του νομού, περνά κανείς από το χωριό Σούλι, στρίβει αριστερά με κατεύθυνση προς Νεμέα και συναντά το χωριό Κρυονέρι. Λίγο έξω απ' αυτό υπάρχει διακλάδωση που οδηγεί στο μοναστήρι (4 χιλιόμετρα) μέσα από μια υπέροχη διαδρομή γεμάτη πλατάνια. Ακολουθώντας την χαράδρα στη δεξιά όχθη του χειμάρρου Ελισσώνα, ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος μας φέρνει γρήγορα στο διάσελο, απ' όπου μπροστά μας προβάλλει στο βάθος μέσα στο ελατόδασος το Μοναστήρι.

Μας είναι άγνωστο το πότε ακριβώς ιδρύθηκε το Μοναστήρι της Λέχοβας. Γραπτά μνημεία δεν ήλθαν στο φως, ούτε πολύτιμα χειρόγραφα, ούτε βιβλία γιατί καταστράφηκαν από πυρκαγιές, σεισμούς ή χάθηκαν μέσα στις αντίξοες ιστορικές συνθήκες, που αποδιοργάνωσαν ή ερήμωσαν τον τόπο για μικρά ή μεγάλα διαστήματα. Μοναδική πηγή χρονολόγησης μένει το καθολικόν (ναός) και ειδικότερα το ψηφιδωτό μαρμάρινο δάπεδό του. Ο καθηγητής Αναστ. Ορλάνδος το έτος 1934, που επισκέφθηκε το Μοναστήρι και το μελέτησε, κατέληξε να τοποθετήσει χρονικά την κατασκευή του δαπέδου στον 11ο ή 12ο αιώνα μ.Χ. Την ίδια περίοδο φιλοτεχνήθηκαν τα ψηφιδωτά δάπεδα ή ψηφιδωτές παραστάσεις στους τοίχους στη Νέα Μονή Χίου, στη Μονή Δαφνίου, στη Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας κ.α. Όσον αφορά την ονομασία «Λέχοβα» επικρατεί η άποψη πολλών ειδικών ότι είναι σλαβικής προέλευσης. Πολλά, τέτοια, τοπωνύμια συναντούμε στον Ελλαδικό χώρο (Αράχοβα, Βαρνάκοβα, Λέλοβα, Άκοβο, Μέτσοβο, Λέχοβο κ.α).Στην σλαβική γλώσσα η λέξη "λέχα" σημαίνει λιβάδι, αγρός, πρασιά. Άρα Λέχοβα=λιβαδότοπος.

Το Καθολικό (ναός) της Λέχοβας, όπως το περιγράφει ο καθηγητής Αρχαιολογίας Αν. Ορλάνδος, είναι εκκλησία σταυροειδής εγγεγραμμένου τύπου, με οκταγωνικό ή οκτάπλευρο εξωτερικά τρούλο. Αυτός στηρίζεται σε δύο κίονες (κολόνες), που αποτελούνται από λαξευτούς πέτρινους κυλινδρικούς σπονδύλους και σε δύο πεσσούς(κτιστό τοίχο τετράγωνο), που χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Άγιο Βήμα (Ιερό). Ο κυρίως ναός, στην κάτοψή του, είναι περίπου τετράγωνος (7,20 Χ 7,25 μ.). Ανατολικά, στο Ιερό, σχηματίζεται αψίδα τρίπλευρη εξωτερικά και κυκλική εσωτερικά. Ο χώρος φωτίζεται από τα 4 μικρά παράθυρα του τρούλου και από τρία μικρά του Ιερού Βήματος. Ο νάρθηκας ή πρόναος (7,20 Χ 2,26 μ.) έχει δύο εισόδους. Μια στη δυτική πλευρά (κεντρική είσοδος) και μία στη νότια, ένα χαμηλό παραπόρτι, που οδηγούσε στην παλιά αυλή του Μοναστηριού. Ο νάρθηκας στεγάζεται με ξύλινη οροφή και ταβάνι. Επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με εσώθυρα, της οποίας το πλαίσιο αποτελείται από δυο μαρμάρινες στήλες δύο περίπου μέτρων, με διπλό επιστήλιο και ανάγλυφες παραστάσεις φύλλων πλατάνου ή αγκαθιού. Σε επαφή με το νότιο τοίχο του κυρίως ναού υπάρχει παρεκκλήσιο πλάτους 3,20 μ. Το παρεκκλήσιο έχει στην ανατολική του πλευρά την κόγχη του Ιερού και μια κοιλότητα στον τοίχο (Προσκομιδή). Ο χώρος φωτίζεται από ένα πολύ μικρό παράθυρο στην κόγχη του Ιερού και ένα μεγαλύτερο στο μέσον της νότιας πλευράς του παρεκκλησίου. Η στέγαση είναι ξύλινη μονόριχτη και ακολουθεί την προς νότον στέγαση του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από πέτρα περιοχής και αγκωνάρια από συμπαγή αμμόλιθο, κτισμένοι με άργιλο(χώμα). Αυτός ο ναός είναι νεώτερος επί θεμελίων αρχαιοτέρου. Μια επιγραφή που βρέθηκε χαραγμένη πάνω σε πωρόλιθο, την πλάκα της Αγίας Τράπεζας, πληροφορεί: «.1716 Ιουνίου ια(ii) επελεκύθι». Τότε, έγινε μια ανακαίνιση στο τέλος της Ενετοκρατίας (1715) και στις αρχές της Β' Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Έγιναν τα εγκαίνια του τελευταίου ναού που μετά από πολλές δοκιμασίες έφθασε ως τις μέρες μας. Το Καθολικό της Λέχοβας έχει πρόσφατα κηρυχθεί αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ολόκληρη τη δεκαετία του 1990-2000 έγιναν εργασίες συντήρησης- στερέωσης - αποκατάστασης - ανάδειξης του μνημείου με την άδεια και επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Σπάνιο κόσμημα του ναού, σημαντικό τόσο από καλλιτεχνικής πλευράς όσο και ως στοιχείο καθοριστικό για τη χρονολόγηση του καθολικού, είναι το μαρμάρινο ψηφιδωτό δάπεδο. Ο Α. Ορλάνδος εκτιμώντας τη σημασία του γράφει το 1935: «Αλλ' εκείνο όπερ καθιστά πολύτιμον το καθολικόν της μονής της Λέχοβας είναι το δάπεδον αυτού, όπερ καλύπτεται ολόκληρον δι' ωραίου μαρμαροθετήματος διατηρουμένου εν καλεί σχετικώς καταστάσει.». Μικρά πολύχρωμα κομματάκια μαρμάρου-ψηφίδες έχουν συνδυαστεί με καλαισθησία από το βυζαντινό τεχνίτη του ψηφιδωτού και σχηματίζουν παραστάσεις που διακοσμούν περίτεχνα τον νάρθηκα, τον ναό και το παρεκκλήσιο. Ας δούμε όμως αναλυτικά το θαυμάσιο αυτό μαρμαροθέτημα. Στον νάρθηκα (πρόναο) εξαιρετική εντύπωση προκαλεί η παράσταση με τα τρία ορθογώνια σχήματα τοποθετημένα στη σειρά, από τα οποία το μεσαίο φέρει στο κέντρο ωραίο πράσινο δίσκο διαμέτρου 18 εκ. Ο δίσκος περιβάλλεται από κυκλικό φολιδωτό πλαίσιο και άλλους ομόκεντρους κύκλους στους οποίους κυριαρχεί η διακόσμηση με εναλλασσόμενες μαύρες και άσπρες τριγωνικές ψηφίδες. Ο εξωτερικός κύκλος είναι λευκός, αποτελούμενος από μεγαλύτερα κομμάτια μαρμάρου και προβάλλεται εντονότερα καθώς πλαισιώνεται από μικρές ψηφίδες διαφόρων αποχρώσεων που βρίσκονται γύρω από τον κύκλο σε σχήμα σταυρού. Έτσι σχηματίζεται με αυτές κανονικό εγγεγραμμένο τετράγωνο. Τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν λιτή διακόσμηση. Περιβάλλονται από πλαίσιο κοσμούμενο με ασπρόμαυρες ψηφίδες αλλά απουσιάζει κάποιο σχέδιο στο μέσον. Αναδεικνύεται έτσι εντονότερα το κεντρικό ορθογώνιο με την πλουσιότερη διακόσμηση των ομόκεντρων κύκλων.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν άλλη κατεύθυνση, αντίθετη προς το μεσαίο, για λόγους αρμονίας. Θαυμάζει κανείς στο μαρμαροθέτημα του νάρθηκα την αίσθηση των αναλογιών, του μέτρου και της λιτότητας στη γεωμετρική αυτή παράσταση που προκαλεί μια πρώτη συγκίνηση στον προσκυνητή καθώς βλέπει σ' αυτήν αποτυπωμένη την αγάπη και την ευαισθησία, θρησκευτική και καλλιτεχνική, του άγνωστου μεσαιωνικού καλλιτέχνη. Προχωρώντας από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό, ακριβώς εμπρός στην είσοδό του, η χαριτωμένη εικόνα ενός πουλιού με ψηλό λαιμό, μακριά και λεπτά πόδια και μικρό ράμφος έλκει την προσοχή και το ενδιαφέρον. Το πτηνό αυτό, που έχει σχηματιστεί με λεπτότατες ψηφίδες, προβάλλει μέσα σε ένα φόντο βαθυκόκκινο, σχήματος ημικυκλικού που αποτελείται από μαρμάρινες πλάκες. Το κόκκινο βάθος περιβάλλεται από πλαίσιο με ρομβοειδές κόσμημα.

Στην βιβλιοθήκη της Μονής σώζονται ελάχιστα χειρόγραφα ή έγγραφα. Η φθορά του χρόνου, οι ιστορικές περιπέτειες της Μονής και μια πρόσφατη πυρκαγιά(1927) στέρησε από μας μια καλύτερη εικόνα του πνευματικού πλούτου της. Ούτε πατριαρχικά σιγίλια βρέθηκαν που να δίνουν κάποιες πληροφορίες για τον ιδρυτή ή τα προνόμια και τα δικαιώματα του Μοναστηριού. Σε παλαιότερη καταγραφή, υπήρχαν Τουρκικά έγγραφα (κιτάπια) στη Λέχοβα που αφορούσαν στην περιουσία και τα δικαιώματα της Μονής. Χάθηκαν ή κάηκαν. Δύο μόνο χειρόγραφα σώζονται: Ένα μικρό Αγιασματάριο, που περιέχει τον μικρό Αγιασμό και το άλλο είναι Κανονάριο, δηλαδή περιέχει ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα. Από τα τυπωμένα βιβλία διακρίνουμε το Ειρμολόγιον του 1790 και Αγιογραφικά κείμενα (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), καθώς και Ευαγγελιστάρια της ίδιας περίπου εποχής. Αξιοσημείωτα λειτουργικά βιβλία είναι τα Μηναία του 1820 (έκδοση στη Βενετία). Μια σειρά άλλων βιβλίων που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη είναι νεώτερα, αξιόλογα όμως για να δίνουν την εικόνα της φιλομάθειας των μοναχών που κατά καιρούς εγκαταβίωσαν εδώ. Τα σωζόμενα έγγραφα στο Αρχείο της Μονής και τα διάφορα έντυπα του 19ου και 20ου αιώνα μας δίνουν χαρακτηριστικές πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση των μοναχών της, μοναδικά σε ιστορική σημασία και πραγματική αξία.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν 105 έγγραφα που αφορούν τη Μονή Λέχοβας και αναφέρονται σε διάφορες υποθέσεις της, μεταξύ των ετών 1835-1852. Σώζεται, επίσης, κάποια νεώτερη αλληλογραφία της Μονής με την Ι.Μητρόπολη Κορίνθου και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Εντός της Μονής υπάρχουν λίγα παλαιοχριστιανικά λείψανα με γλυπτό διάκοσμο προερχόμενα από τον αρχικό ναό. Δύο αργυρές λειψανοθήκες φιλοξενούν άγια λείψανα, ένα αργυρούν Ευαγγέλιον και ένα αργυρούν θυμιατόν είναι όλα και όλα τα παλαιότερα ιερά κειμήλια της Μονής. Η ιερά και θαυματουργός εικόνα της Παναγίας του Πάθους, του τέλους του 17ου αιώνα ή αρχές του 18ου και ελάχιστες νεώτερες ιερές εικόνες έφθασαν ως τις μέρες μας να φυλάσσονται στη Μονή και να αγιάζουν τους προσκυνούντας αυτάς «ψυχή τε καί καρδία».

Η αγία και θαυματουργός εικόνα της Μονής έχει τη παρακάτω ιστορία: Μέχρι το καλοκαίρι του 1993 υπήρχε η εικόνα με πολλές φθορές από το χρόνο και την υγρασία. Αποφασίστηκε να συντηρηθεί από ειδικό τεχνίτη - συντηρητή. Έτσι, κατά τη διάρκεια της συντήρησης, αποκαλύφθηκε το πρωτότυπο δηλαδή η πρώτη - πρώτη εικόνα που είχε αγιογραφηθεί πάνω στο ξύλο. Είχαν περάσει κατά καιρούς κι άλλα χέρια και είχαν διορθώσει ή είχαν αλλού καλύψει το παλιό εικόνισμα. Αυτό λέγεται επιζωγράφιση και την συναντάμε σε παλιές εικόνες. Η εικόνα χρονολογείται στο τέλος 17ου ή αρχές 18ου αιώνα, δηλαδή 300 περίπου χρόνων. Είναι έργο του Ζακυνθινού αγιογράφου Θεοδώρου αναγνώστη, Παπαντώνη λεγόμενου του Γεωργανά.
|
ΚΑΤΑΦΥΚΙ
|
 |
ΕΒορειοδυτικά της Ερμιόνης πέντε με έξι χιλιόμετρα από αυτή, βρίσκεται το φαράγγι ΚΑΤΑΦΥΚΙ. Βράχοι, σπηλιές, πλούσια βλάστηση και το εκκλησάκι του Αϊ Νικόλα, χτισμένο από το 1740, απαρτίζουν το γοητευτικό τοπίο.
Περισσότερα

Από το Κιάτο, ακολουθώντας το δρόμο προς τα εσωτερικά του νομού, περνά κανείς από το χωριό Σούλι, στρίβει αριστερά με κατεύθυνση προς Νεμέα και συναντά το χωριό Κρυονέρι. Λίγο έξω απ' αυτό υπάρχει διακλάδωση που οδηγεί στο μοναστήρι (4 χιλιόμετρα) μέσα από μια υπέροχη διαδρομή γεμάτη πλατάνια. Ακολουθώντας την χαράδρα στη δεξιά όχθη του χειμάρρου Ελισσώνα, ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος μας φέρνει γρήγορα στο διάσελο, απ' όπου μπροστά μας προβάλλει στο βάθος μέσα στο ελατόδασος το Μοναστήρι.

Μας είναι άγνωστο το πότε ακριβώς ιδρύθηκε το Μοναστήρι της Λέχοβας. Γραπτά μνημεία δεν ήλθαν στο φως, ούτε πολύτιμα χειρόγραφα, ούτε βιβλία γιατί καταστράφηκαν από πυρκαγιές, σεισμούς ή χάθηκαν μέσα στις αντίξοες ιστορικές συνθήκες, που αποδιοργάνωσαν ή ερήμωσαν τον τόπο για μικρά ή μεγάλα διαστήματα. Μοναδική πηγή χρονολόγησης μένει το καθολικόν (ναός) και ειδικότερα το ψηφιδωτό μαρμάρινο δάπεδό του. Ο καθηγητής Αναστ. Ορλάνδος το έτος 1934, που επισκέφθηκε το Μοναστήρι και το μελέτησε, κατέληξε να τοποθετήσει χρονικά την κατασκευή του δαπέδου στον 11ο ή 12ο αιώνα μ.Χ. Την ίδια περίοδο φιλοτεχνήθηκαν τα ψηφιδωτά δάπεδα ή ψηφιδωτές παραστάσεις στους τοίχους στη Νέα Μονή Χίου, στη Μονή Δαφνίου, στη Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας κ.α. Όσον αφορά την ονομασία «Λέχοβα» επικρατεί η άποψη πολλών ειδικών ότι είναι σλαβικής προέλευσης. Πολλά, τέτοια, τοπωνύμια συναντούμε στον Ελλαδικό χώρο (Αράχοβα, Βαρνάκοβα, Λέλοβα, Άκοβο, Μέτσοβο, Λέχοβο κ.α).Στην σλαβική γλώσσα η λέξη "λέχα" σημαίνει λιβάδι, αγρός, πρασιά. Άρα Λέχοβα=λιβαδότοπος.

Το Καθολικό (ναός) της Λέχοβας, όπως το περιγράφει ο καθηγητής Αρχαιολογίας Αν. Ορλάνδος, είναι εκκλησία σταυροειδής εγγεγραμμένου τύπου, με οκταγωνικό ή οκτάπλευρο εξωτερικά τρούλο. Αυτός στηρίζεται σε δύο κίονες (κολόνες), που αποτελούνται από λαξευτούς πέτρινους κυλινδρικούς σπονδύλους και σε δύο πεσσούς(κτιστό τοίχο τετράγωνο), που χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Άγιο Βήμα (Ιερό). Ο κυρίως ναός, στην κάτοψή του, είναι περίπου τετράγωνος (7,20 Χ 7,25 μ.). Ανατολικά, στο Ιερό, σχηματίζεται αψίδα τρίπλευρη εξωτερικά και κυκλική εσωτερικά. Ο χώρος φωτίζεται από τα 4 μικρά παράθυρα του τρούλου και από τρία μικρά του Ιερού Βήματος. Ο νάρθηκας ή πρόναος (7,20 Χ 2,26 μ.) έχει δύο εισόδους. Μια στη δυτική πλευρά (κεντρική είσοδος) και μία στη νότια, ένα χαμηλό παραπόρτι, που οδηγούσε στην παλιά αυλή του Μοναστηριού. Ο νάρθηκας στεγάζεται με ξύλινη οροφή και ταβάνι. Επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με εσώθυρα, της οποίας το πλαίσιο αποτελείται από δυο μαρμάρινες στήλες δύο περίπου μέτρων, με διπλό επιστήλιο και ανάγλυφες παραστάσεις φύλλων πλατάνου ή αγκαθιού. Σε επαφή με το νότιο τοίχο του κυρίως ναού υπάρχει παρεκκλήσιο πλάτους 3,20 μ. Το παρεκκλήσιο έχει στην ανατολική του πλευρά την κόγχη του Ιερού και μια κοιλότητα στον τοίχο (Προσκομιδή). Ο χώρος φωτίζεται από ένα πολύ μικρό παράθυρο στην κόγχη του Ιερού και ένα μεγαλύτερο στο μέσον της νότιας πλευράς του παρεκκλησίου. Η στέγαση είναι ξύλινη μονόριχτη και ακολουθεί την προς νότον στέγαση του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από πέτρα περιοχής και αγκωνάρια από συμπαγή αμμόλιθο, κτισμένοι με άργιλο(χώμα). Αυτός ο ναός είναι νεώτερος επί θεμελίων αρχαιοτέρου. Μια επιγραφή που βρέθηκε χαραγμένη πάνω σε πωρόλιθο, την πλάκα της Αγίας Τράπεζας, πληροφορεί: «.1716 Ιουνίου ια(ii) επελεκύθι». Τότε, έγινε μια ανακαίνιση στο τέλος της Ενετοκρατίας (1715) και στις αρχές της Β' Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Έγιναν τα εγκαίνια του τελευταίου ναού που μετά από πολλές δοκιμασίες έφθασε ως τις μέρες μας. Το Καθολικό της Λέχοβας έχει πρόσφατα κηρυχθεί αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ολόκληρη τη δεκαετία του 1990-2000 έγιναν εργασίες συντήρησης- στερέωσης - αποκατάστασης - ανάδειξης του μνημείου με την άδεια και επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Σπάνιο κόσμημα του ναού, σημαντικό τόσο από καλλιτεχνικής πλευράς όσο και ως στοιχείο καθοριστικό για τη χρονολόγηση του καθολικού, είναι το μαρμάρινο ψηφιδωτό δάπεδο. Ο Α. Ορλάνδος εκτιμώντας τη σημασία του γράφει το 1935: «Αλλ' εκείνο όπερ καθιστά πολύτιμον το καθολικόν της μονής της Λέχοβας είναι το δάπεδον αυτού, όπερ καλύπτεται ολόκληρον δι' ωραίου μαρμαροθετήματος διατηρουμένου εν καλεί σχετικώς καταστάσει.». Μικρά πολύχρωμα κομματάκια μαρμάρου-ψηφίδες έχουν συνδυαστεί με καλαισθησία από το βυζαντινό τεχνίτη του ψηφιδωτού και σχηματίζουν παραστάσεις που διακοσμούν περίτεχνα τον νάρθηκα, τον ναό και το παρεκκλήσιο. Ας δούμε όμως αναλυτικά το θαυμάσιο αυτό μαρμαροθέτημα. Στον νάρθηκα (πρόναο) εξαιρετική εντύπωση προκαλεί η παράσταση με τα τρία ορθογώνια σχήματα τοποθετημένα στη σειρά, από τα οποία το μεσαίο φέρει στο κέντρο ωραίο πράσινο δίσκο διαμέτρου 18 εκ. Ο δίσκος περιβάλλεται από κυκλικό φολιδωτό πλαίσιο και άλλους ομόκεντρους κύκλους στους οποίους κυριαρχεί η διακόσμηση με εναλλασσόμενες μαύρες και άσπρες τριγωνικές ψηφίδες. Ο εξωτερικός κύκλος είναι λευκός, αποτελούμενος από μεγαλύτερα κομμάτια μαρμάρου και προβάλλεται εντονότερα καθώς πλαισιώνεται από μικρές ψηφίδες διαφόρων αποχρώσεων που βρίσκονται γύρω από τον κύκλο σε σχήμα σταυρού. Έτσι σχηματίζεται με αυτές κανονικό εγγεγραμμένο τετράγωνο. Τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν λιτή διακόσμηση. Περιβάλλονται από πλαίσιο κοσμούμενο με ασπρόμαυρες ψηφίδες αλλά απουσιάζει κάποιο σχέδιο στο μέσον. Αναδεικνύεται έτσι εντονότερα το κεντρικό ορθογώνιο με την πλουσιότερη διακόσμηση των ομόκεντρων κύκλων.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τα δύο πλάγια ορθογώνια έχουν άλλη κατεύθυνση, αντίθετη προς το μεσαίο, για λόγους αρμονίας. Θαυμάζει κανείς στο μαρμαροθέτημα του νάρθηκα την αίσθηση των αναλογιών, του μέτρου και της λιτότητας στη γεωμετρική αυτή παράσταση που προκαλεί μια πρώτη συγκίνηση στον προσκυνητή καθώς βλέπει σ' αυτήν αποτυπωμένη την αγάπη και την ευαισθησία, θρησκευτική και καλλιτεχνική, του άγνωστου μεσαιωνικού καλλιτέχνη. Προχωρώντας από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό, ακριβώς εμπρός στην είσοδό του, η χαριτωμένη εικόνα ενός πουλιού με ψηλό λαιμό, μακριά και λεπτά πόδια και μικρό ράμφος έλκει την προσοχή και το ενδιαφέρον. Το πτηνό αυτό, που έχει σχηματιστεί με λεπτότατες ψηφίδες, προβάλλει μέσα σε ένα φόντο βαθυκόκκινο, σχήματος ημικυκλικού που αποτελείται από μαρμάρινες πλάκες. Το κόκκινο βάθος περιβάλλεται από πλαίσιο με ρομβοειδές κόσμημα.

Στην βιβλιοθήκη της Μονής σώζονται ελάχιστα χειρόγραφα ή έγγραφα. Η φθορά του χρόνου, οι ιστορικές περιπέτειες της Μονής και μια πρόσφατη πυρκαγιά(1927) στέρησε από μας μια καλύτερη εικόνα του πνευματικού πλούτου της. Ούτε πατριαρχικά σιγίλια βρέθηκαν που να δίνουν κάποιες πληροφορίες για τον ιδρυτή ή τα προνόμια και τα δικαιώματα του Μοναστηριού. Σε παλαιότερη καταγραφή, υπήρχαν Τουρκικά έγγραφα (κιτάπια) στη Λέχοβα που αφορούσαν στην περιουσία και τα δικαιώματα της Μονής. Χάθηκαν ή κάηκαν. Δύο μόνο χειρόγραφα σώζονται: Ένα μικρό Αγιασματάριο, που περιέχει τον μικρό Αγιασμό και το άλλο είναι Κανονάριο, δηλαδή περιέχει ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα. Από τα τυπωμένα βιβλία διακρίνουμε το Ειρμολόγιον του 1790 και Αγιογραφικά κείμενα (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), καθώς και Ευαγγελιστάρια της ίδιας περίπου εποχής. Αξιοσημείωτα λειτουργικά βιβλία είναι τα Μηναία του 1820 (έκδοση στη Βενετία). Μια σειρά άλλων βιβλίων που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη είναι νεώτερα, αξιόλογα όμως για να δίνουν την εικόνα της φιλομάθειας των μοναχών που κατά καιρούς εγκαταβίωσαν εδώ. Τα σωζόμενα έγγραφα στο Αρχείο της Μονής και τα διάφορα έντυπα του 19ου και 20ου αιώνα μας δίνουν χαρακτηριστικές πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση των μοναχών της, μοναδικά σε ιστορική σημασία και πραγματική αξία.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν 105 έγγραφα που αφορούν τη Μονή Λέχοβας και αναφέρονται σε διάφορες υποθέσεις της, μεταξύ των ετών 1835-1852. Σώζεται, επίσης, κάποια νεώτερη αλληλογραφία της Μονής με την Ι.Μητρόπολη Κορίνθου και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Εντός της Μονής υπάρχουν λίγα παλαιοχριστιανικά λείψανα με γλυπτό διάκοσμο προερχόμενα από τον αρχικό ναό. Δύο αργυρές λειψανοθήκες φιλοξενούν άγια λείψανα, ένα αργυρούν Ευαγγέλιον και ένα αργυρούν θυμιατόν είναι όλα και όλα τα παλαιότερα ιερά κειμήλια της Μονής. Η ιερά και θαυματουργός εικόνα της Παναγίας του Πάθους, του τέλους του 17ου αιώνα ή αρχές του 18ου και ελάχιστες νεώτερες ιερές εικόνες έφθασαν ως τις μέρες μας να φυλάσσονται στη Μονή και να αγιάζουν τους προσκυνούντας αυτάς «ψυχή τε καί καρδία».

Η αγία και θαυματουργός εικόνα της Μονής έχει τη παρακάτω ιστορία: Μέχρι το καλοκαίρι του 1993 υπήρχε η εικόνα με πολλές φθορές από το χρόνο και την υγρασία. Αποφασίστηκε να συντηρηθεί από ειδικό τεχνίτη - συντηρητή. Έτσι, κατά τη διάρκεια της συντήρησης, αποκαλύφθηκε το πρωτότυπο δηλαδή η πρώτη - πρώτη εικόνα που είχε αγιογραφηθεί πάνω στο ξύλο. Είχαν περάσει κατά καιρούς κι άλλα χέρια και είχαν διορθώσει ή είχαν αλλού καλύψει το παλιό εικόνισμα. Αυτό λέγεται επιζωγράφιση και την συναντάμε σε παλιές εικόνες. Η εικόνα χρονολογείται στο τέλος 17ου ή αρχές 18ου αιώνα, δηλαδή 300 περίπου χρόνων. Είναι έργο του Ζακυνθινού αγιογράφου Θεοδώρου αναγνώστη, Παπαντώνη λεγόμενου του Γεωργανά.
|
|
|
|